Ο αδιάφορος εαυτός

Μια σκέψη αρκεί να γίνουν όλα γύρω ένα πέπλο αλάτινο και μαγεμένο από θάλασσα κι από αχλή ταράτσας παλιού σπιτιού που πάνω της γυρνούν τσακισμένοι οι μεγάλοι πια εαυτοί τους τα παιδιά που μεγάλωσαν εκεί.

Εμείς πού θα γυρίσουμε, όταν οι αγαπημένοι κλείσουν σ’ ένα σπίτι, σ’ ένα αμάξι, στο στικάκι της δουλειάς τους τις εκκρεμότητες με ό, τι τους καίει;

Πού θα γυρίσουμε όλοι εμείς που από θέση κι από φύση μείναμε στο νοίκι;

Πάντα ζητούσα να υπάρχει μια πόρτα ανοιχτή, να ξέρω ότι μπορώ … ότι μπορώ να φύγω.  

Πάντα ζητούσα ένα μέρος να ονειρευτώ ξανά τον κόσμο. Εκεί που ο Έρωτας θα είναι δίκοπο μαχαίρι από πόθο ελευθερίας κι όχι από ανάγκη διατήρησης του κεκτημένου. Μιλώ τη γλώσσα των πουλιών και φτερά δεν έχω. Κι αν μια φτερούγα ξεπηδήσει από τα βάθη μου, θα είναι λίγη ανεμοζάλη από τη δίκη μου.

Κάθε μέρα δυο δικαστές με αναλαμβάνουν, η Ανάγκη και η Ψυχή. Και αντέχω, όσο δεν ξεχνιέμαι στον πυρετό της εποχής, στην ευκολία τους. Όσο δε γίνομαι πόνος επίκαιρος.

Με το’ να χέρι κρατώ την Αγία Απορία και τ΄ άλλο τη Φωτιά του Προμηθέα. Και τούτο προσπαθώ να είναι η βιωτή και η βιοπάλη μου. Και απορώ για εκείνο που με καίει, με αγωνία κάποιος αγαπημένος μην καεί,

με αγωνία

να μην

γίνω

 ο αδιάφορος εαυτός.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Create a website or blog at WordPress.com

ΠΑΝΩ ↑