Ενάντιος – Ημέρα 14.2


Σκάει ένας ανθός και τρέχουν οι μέλισσες να κουβαλήσουν το σπέρμα των χρωμάτων και των μυρωδιών, να λάβουν νοστιμιά και να τη μεταδώσουν ως προϊόν κι ως πρώτη ύλη κάτω από έναν αιώνιο ήλιο που κόβει τη φλέβα του απογεύματος σε λουλακί και αίθριο κόκκινο.

Την ίδια στιγμή, λίγο πιο κάτω, τρία πουλιά σα βράχοι πάνω στο κλαδί μιας βασανισμένης νεραντζιάς σκασμένου πεζοδρόμου της Αθήνας μοιράζονται τα ψίχουλα από ένα πεσμένο κουλούρι που ψώνισε εκείνη που περνά απέναντι. Το πολύχρωμο φουλάρι της θυμίζει πινελιές ζωγράφου απηυδισμένου στην αριστερή – προοδευτική όχθη του Σηκουάνα το 1967 κι έτσι όπως κινείται άναρχα, χαρίζεται στον αέρα και δυσκολεύει τον λαιμό. Μοιάζει πιο πολύ με κάβος ενός καραβιού που λύνεται την ίδια ώρα στον Πειραιά και φεύγει με καμιά δεκαριά αμάξια και φορτηγά για τα νησιά του χειμώνα. Φυγή σαν πεπρωμένο πάντα δυνατό και ομοούσιο με την αλμύρα των καταστρωμάτων και του φιλιού που ζεσταίνεται μετά τη βουτιά ή μετά το πατατάκι που τσιμπάς βλέποντας έναν Αλμοδοβάρ με ανοιχτό παράθυρο και ένα ξηραμένο βασιλικό που παραπονιέται με το κίτρινό του για την ελλιπή φροντίδα.

Κιτρίνισε κι ο κόσμος και νομίζουμε ότι είναι από νοσταλγία. Πώς να γκρεμίσω, λέγε μου, το καθεστώς του κόσμου, να πάρω και τη σκόνη του στη γλάστρα να τη ρίξω σαν πάχνη μιας πίστης τολμηρής στην ομορφιά της πλάσης. Αρκεί μια σταγόνα να πέσει από το φυλλαράκι της καιόμενης σάρκας μου πάνω στην αυγή και να ατμίσει ο ήλιος σαν το τσιγάρο που κρατούσες με το κρασί της χτεσινής βραδιάς. Και σ’ ερωτεύτηκα αφιλοκερδώς σαν μουσικός που παίζει Dylan ξημερώματα με μισοτελειωμένο ένα μπουκάλι φτηνού κρασιού σε μια πλατεία έρημη : σπαρακτικά, εκτονωτικά, για μένα και για όλους.

Κι έτσι βρέθηκα ενάντιος σε κάθε εξουσία, σαν αυτή που έκανε τον έρωτα γιορτή πελατών. Γιατί κάθε εξουσία θα θέλει πάντα να βάζει τη γιορτή σ’ ένα προαύλιο με προβλεπόμενες εξάρσεις, με αποδείξεις και κατανάλωση…

Και θα χει την έχθρα ζωντανή για τους άλλους, που ΄ναι παιδιά μιας άλλης μέρας, που κυλά παράλληλα μ’ αυτή εδώ κι έχει όλο τον πόνο και την ομορφιά του ανθού που διαλύεται, για να γίνει, που χάνεται, για να βρεθεί.

Και τους φοβάται, γιατί αυτοί είναι οι μόνοι ανθρώπινοι Έρωτες, αυτοί που στήνουν τη γιορτή όπου και να’ ναι.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Create a website or blog at WordPress.com

ΠΑΝΩ ↑